Σακαρέλος001Μέχρι πρότινος, δεν υπήρχαν ιδιαίτερα δημοσιευμένα ντοκουμέντα σχετικά με την εγκατάσταση προσφύγων στην Αιτωλοακαρνανία και την ευρύτερη περιοχή. Την πρόκληση να καλυφθεί αυτό το γνωστικό ιστορικό κενό την ανέλαβε ο Κώστας Σακαρέλος, ένας φωτισμένος δάσκαλος με ευαισθησίες, γνώσεις και ιδιαίτερη αγάπη για τον τόπο του.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Κώστα Σακαρέλου με τίτλο «Έλληνες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο στον Γαλατά Αιτωλοακαρνανίας» και βλέποντας την βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε διαπίστωσα ότι για τη συλλογή των πληροφοριών μελέτησε αρκετά βιβλία και δημοσιεύματα εφημερίδων που περιγράφουν τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Βασικότερη πηγή για την άντληση πληροφοριών της εργασίας του αποτέλεσε η επιτόπια έρευνα σε έγγραφα και κρατικά αρχεία. Χρήσιμο και αρκετά έγκυρο υλικό αντλήθηκε από τις Πατρινές εφημερίδες «Νεολόγος» και «Φως των Πατρών», καθώς και από την ψηφιοποιημένη από την Εθνική Βιβλιοθήκη εφημερίδα «Στερεά Ελλάς».

Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας πραγματοποίησε συναντήσεις με άτομα τα οποία γνώριζαν αρκετές πληροφορίες για το ζήτημα των Μικρασιατών προσφύγων και τέλος προχώρησε σε συνεντεύξεις Μικρασιατών προσφύγων 1ης και 2ης γενιάς.

Χρειάστηκε δουλειά τεσσάρων χρόνων για την ολοκλήρωση της εργασίας αυτής η οποία μπορεί να κούρασε τον συγγραφέα αλλά το χάρηκε. Μάλιστα είχε δίπλα του άξιο συμπαραστάτη την σύζυγό του Ζωή Παλιούρα.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βιβλίο 462 σελίδων με φωτογραφίες και σχεδιάσματα. Καταγράφονται επίσης σε αυτό με πληρότητα τα γενεαλογικά δέντρα όλων των προσφύγων από την εγκατάστασή τους μέχρι σήμερα.

Σκοπός της έκδοσης του βιβλίου είναι η διάσωση και η προβολή σημαντικών γεγονότων που αφορούν κυρίως την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην περιοχή του Γαλατά. Καταβάλλεται αξιόλογη προσπάθεια να διασωθούν πληροφορίες οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα στους νεότερους να μάθουν με ποιο τρόπο οι πρόσφυγες συνέχισαν τη ζωή τους στη τόπο μας και πώς αυτή η εγκατάσταση επηρέασε ουσιαστικά τις συνθήκες ζωής όλου του οικισμού του Γαλατά τον 20 αιώνα.

Γι’ όλους αυτούς τους λόγους το συγκεκριμένο βιβλίο πρέπει να διαβαστεί από τους Γαλατιανούς αλλά και καθένα που ενδιαφέρεται για τον τόπο αυτόν και θέλει να γνωρίζει την ιστορία του.

Οι εκδιωχθέντες Μικρασιάτες σκορπίστηκαν σε όλη την Ελλάδα. Στην Αιτωλοακαρνανία ήρθαν 1350 οικογένειες προσφύγων. Από αυτούς οι 550 ζήτησαν αγροτική εγκατάσταση και 800 αστική.

Ειδικότερα στο Μεσολόγγι το 1922-3 είχε δημιουργηθεί εκρηκτική κατάσταση εξαιτίας του μεγάλου αριθμού προσφύγων και αναζητήθηκαν από τους αρμόδιους λύσεις αποσυμφόρησης.

Ως αποτελεσματικότερη λύση προκρίθηκε η μετεγκατάσταση κάποιων εξ αυτών, όσων επιθυμούσαν, σε χωριά του νομού που διέθεταν κατάλληλες υποδομές. Στο πλαίσιο αυτό βρέθηκε μεγάλη έκταση και στην Κοινότητα Γαλατά. Το ελληνικό κράτος απαλλοτρίωσε, στην είσοδο του χωριού αρκετά στρέμματα ιδιοκτησίας κληρονόμων Κερασοβίτη, τα οποία οι κρατικές υπηρεσίες πολεοδόμησαν και μοίρασαν σε όσους ήρθαν. Επίσης, τους παραχωρήθηκαν και αγροτεμάχια στον κάμπο.

Το 1925 ολοκληρώθηκε η κατασκευή των σπιτιών του προσφυγικού συνοικισμού «Νέος Γαλατάς», οπότε και δόθηκαν σε χρήση. Και έτσι άρχισε το νέο ξεκίνημα τόσο στην οργάνωση της καινούργιας ζωής των προσφύγων όσο και η καινούργια αρχή στη ζωή ολόκληρου του χωριού.

Οι πρόσφυγες ακολουθούσαν τους δικούς τους ρυθμούς, τον δικό τους τρόπο ζωής στον οικισμό τους τον Νέο Γαλατά. Άκουγαν δικά τους τραγούδια, χόρευαν τους δικούς τους χορούς, έκαναν βόλτες στις γειτονιές τους. Τα παιδιά τους φοιτούσαν στο νέο Δημοτικό Σχολείο που κτίστηκε στον οικισμό τους.

Οι ντόπιοι τα πρώτα χρόνια δεν είδαν με καλό μάτι τους νέους συγχωριανούς τους, γιατί το κράτος σ’ εκείνους έδωσε σπίτια και μοίρασε χωράφια ενώ αυτοί δεν είχαν ανάλογη φροντίδα.

Σε κοινωνικό επίπεδο, οι Μικρασιάτες ήταν πιο προοδευτικοί από τους ντόπιους. Αυτό τους βοήθησε και στη γρήγορη προσαρμογή και επιτυχία τους στον νέο τόπο τους. Στο διάβα του χρόνου, άρχισε να πλησιάζει η μια κοινωνική ομάδα την άλλη, αναπτύχθηκαν αισθήματα, δημιουργήθηκαν σχέσεις, έγιναν προξενιά, ακολούθησαν γάμοι.

Παρακάτω θα αναφερθώ με συντομία στους κυριότερους τομείς που επηρέασε η εγκατάσταση των προσφύγων το χωριό του Γαλατά:

 

Πρώτον. Δημογραφική αύξηση του χωριού

Από τις σχετικές απογραφές προκύπτει ότι σε ένα χωριό των 800 κατοίκων προστέθηκαν 170 πρόσφυγες τη δεκαετία του 1920. Με άλλα λόγια αυξήθηκε ο πληθυσμός κατά 19%, είτε ένας στους 5 κατοίκους του Γαλατά ήταν πρόσφυγας.

 

Δεύτερον. Εισροή κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού:

Είναι γενικά παραδεκτό ότι η εγκατάσταση των προσφύγων στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν αποτελούσε βάρος για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αλλά αντίθετα ήταν βασικός παράγοντας προόδου και συντελεστής ευημερίας. Και τούτο διότι ο ερχομός τους έφερε στη χώρα δύο βασικούς συντελεστές απαραίτητους για την οικονομική ανάπτυξη: Την εργασία και το κεφάλαιο. Με τον όρο εργασία εννοούμε τόσο τα εργατικά χέρια των προσφύγων, όσο και τις εξειδικευμένες γνώσεις (τεχνογνωσία) του εργατικού δυναμικού της Μικράς Ασίας. Με τον όρο κεφάλαιο εννοούμε τα χρήματα εκείνα που δόθηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων. Αυτά τα χρήματα αν και λιγοστά  υπήρξαν σημαντικά, γιατί επενδύθηκαν στην περιοχή.

Και στον Γαλατά οι ξεριζωμένοι αυτοί πρόσφυγες ρίχθηκαν στη δουλειά χωρίς ντροπή για να επιβιώσουν και να προοδεύσουν. Όπως προαναφέρθηκε, δούλεψαν ως γεωργοί, μικροπωλητές, εργάτες και σε ό,τι άλλο μπορούσε να τους προσφέρει επιβίωση και προοπτική. Μέσα σε λίγα χρόνια χειραφετήθηκαν ενώ ο ρόλος τους άρχισε να γίνεται αισθητός στην οικονομική ζωή της περιοχής.

Τρίτον. Επέκταση του οικιστικού ιστού του χωριού:

Στα βόρεια της κατοικημένης περιοχής του χωριού, στη θέση…………………., οικοδομήθηκε ένας αυτοτελής προσφυγικός οικισμός με 55 ισόγειες οικίες όπου στεγάσθηκαν 44 οικογένειες των προσφύγων πολύ κοντά στον υπάρχοντα οικισμό του χωριού.

Τα ομοιόμορφα αρχιτεκτονικά ασβεστωμένα σπίτια με τα ζωηρά τους χρώματα και τις ανθοστολισμένες αυλές δημιουργούσαν ένα όμορφο και ξεχωριστό σκηνικό.

Μαρτυρίες ηλικιωμένων ντόπιων κατοίκων που βίωσαν την συγκατοίκηση αναφέρουν σε συνεντεύξεις που καταγράφονται στο βιβλίο:

«Ο ερχομός των προσφύγων έκανε καλό στο χωριό. Ήταν πολιτισμένοι άνθρωποι. Νοικοκυραίοι, καθαροί, που έδιναν πολύ μεγάλη προσοχή στο ντύσιμό τους. Οι άντρες, εκτός από τις εξωτερικές δουλειές, βοηθούσαν τις γυναίκες και στις δουλειές του σπιτιού, σε αντίθεση με τους ντό­πιους.

Στα σπίτια τους ήταν όλα τακτοποιημένα. Θυμάμαι πως τα παιδιά στο σχολείο είχαν πάνινες τσαντούλες, μέσα στις οποίες έβαζαν τα βιβλία τους, ενώ εμείς τα βάζαμε σε πλεχτές μαρούδες ή μικρά σακούλια. Τις βλέπαμε και ζηλεύαμε, γιατί οι δικές τους ήταν ομορφοφτιαγμένες, ταχτοποιημένες και πεντακάθαρες. Τα προσφυγάκια έρχονταν στο σχολείο πεντακάθαρα. Έκαναν πολύ συχνά μπάνιο και φρόντιζαν το ντύσιμό τους να είναι πάντα καθαρό».

 

Τέταρτον. Ανάπτυξη της Αγροτικής παραγωγής:

Στον Γαλατά έγινε μόνο αγροτική αποκατάσταση προσφύγων γιατί υπήρχε μεγάλη αγροτική έκταση για παραχώρηση. Οι περισσότεροι ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της γης ως εργάτες σε κτήματα άλλων ή καλλιεργώντας τα κτήματα που τους παραχώρησε το κράτος. Βρήκαν το γόνιμο χώμα της πεδιάδας του Γαλατά, εργάσθηκαν σκληρά στα χωράφια εφάρμοσαν νέες πρακτικές και αύξησαν την παραγωγή ενώ καλυτέρευσαν την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. Πολλές από τις τεχνικές αυτές υιοθετηθήκαν από τους ντόπιους με αποτέλεσμα να συντελεστεί μια αγροτική μεταρρύθμιση. Καλλιέργησαν κυρίως ρύζι, καλαμπόκι, τριφύλλι και κηπευτικά.

 

Πέμπτον. Βιοτεχνική ανάπτυξη:

Μετά το πρώτο τους ξάφνιασμα από την αναγκαστική εγκατάστασή τους εδώ, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες άρχισαν να ανασυγκροτούνται, ενώ με τις εξειδικεύσεις που διέθεταν συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας.

Ήταν έξυπνοι άνθρωποι. Έπαιρνε στροφές το μυαλό τους. Έβλεπαν τι λείπει απ’ το χωριό και προσπαθούσαν να καλύψουν το κενό. Για παράδειγμα, ο Αποστολής ο Μαυρομάτης και ο Μιχάλης ο Δελεογλάνης αγόρασαν κάρα κι έκαναν μεταφορές ανθρώπων και προϊόντων. Ο μπαρμπα - Στέλιος ο Καραχάλιος αγόρασε κασελάκι κι έγινε λούστρος. Ο μπαρμπα - Γιώργος ο Ντέντος καλλιεργούσε κηπευτικά, τα φόρτωνε στο καροτσάκι του, γύρναγε στις γειτονιές και τα πούλαγε. Ο μπαρμπα - Χαράλαμπος ο Μυκονιάτης στο οικόπεδό του έφτιαχνε φυτώρια εσπεριδοειδών και κυπαρισσιών. Κάποιοι λειτούργησαν καμίνια παραγωγής ασβέστη, τούβλων και κεραμιδιών που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στις οικοδομές της περιοχής και ευρύτερα. Ο Αγάπιος Αράπογλου, έφτιαξε δυο καμίνια μπροστά στο σπίτι του όπου κατασκεύαζε πήλινα αντικείμενα και κεραμίδια τα οποία πουλούσε κυρίως στην Πάτρα, προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα για να καλύψει τις ανάγκες της πολύτεκνης οικογένειάς του.

Ο Κωνσταντίνος Ορφανίδης γύρω στα 1950 μαζί με δυο Μεσολογγίτες συνεργάστηκαν, ίδρυσαν και λειτούργησαν στο Μεσολόγγι βιοτεχνία ποτοποιίας με το όνομα «Σπέσιαλ» η οποία λειτούργησε μέχρι το 1963.

Έκτον. Αναβίωση της Λαϊκής Παράδοσης:

Οι πρόσφυγες είχαν ζήσει σε τόπους με πολιτιστική παράδοση πολλών αιώνων, την οποία μετέφεραν στη νέα πατρίδα τους. Παρά τις μεταξύ τους κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές διαφορές ξεχώριζαν πολιτιστικά από τους υπόλοιπους Ελλαδίτες. Ιδιαίτερα εκείνοι που προέρχονταν από τη Σμύρνη, την Έφεσο, την Καλλίπολη και τον Πόντο διέθεταν αξιόλογο μορφωτικό επίπεδο. Γνώριζαν ξένες γλώσσες, είχαν κοσμοπολίτικο πνεύμα, κατείχαν τους κανόνες του εμπορικού ανταγωνισμού.

Στις αυλές και στους δρόμους των προσφυγικών οικισμών αναπτύχθηκε έντονα η κοινωνικότητα της γειτονιάς. Κάθε βράδυ, μετά την κούραση της σκληρής δουλειάς, η ζωή κυλούσε στις προσφυγικές γειτονιές με βραδινή κουβέντα, ποτό, σμυρναίικους μεζέδες, τραγούδι και χορό ενώ οι πρόσφυγες καθιέρωσαν τα γλέντια σε κάθε ευκαιρία γιορτής. Στο καφέ - μπακάλικο του Δημητρίου Μπίλιου οργανώνονταν και πανηγύρια. Όταν τελείωνε το γλέντι παρέμειναν κάποιοι Μικρασιάτες και άκουγαν και χόρευαν σε μουσικές της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Αγαπούσαν ιδιαίτερα τα βαλς.

Με τους καλούς τρόπους και τις γνώσεις τους οι προσφυγοπούλες βοήθησαν σε πολλές περιπτώσεις την τοπική κοινωνία. Γνώριζαν και διέδωσαν τεχνικές ραπτικής, μαγειρικής, λαϊκής ιατρικής και χειροτεχνίας (κεντήματα) του τόπου τους.

Η Ελένη Προύσαλη Αγγελίνα, γνωρίζοντας την τεχνική παρασκευής  ενός είδους λευκαντικού για ρούχα, έφτιαχνε μέσα σε πήλινα κιούπια τη βαρκίνα, (Βαρκίνα - χλωρίνη και ξύδι) και την πουλούσε. Πήγαιναν οι νοικοκυρές με τα δοχεία τους και την αγόραζαν. Μοσχοβολούσε ο τόπος και τα ρούχα γίνονταν κάτασπρα.

Ο γιατρός Παναγιώτης Διαμαντόπουλος, που γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Μεσολογγίου το 1942, αναφερόμενος στην παρουσία των προσφύγων αλλά και στην προσφορά τους στην ελληνική κοινωνία, μεταξύ των άλλων τονίζει: «Έχω προσωπική άποψη για τους πρόσφυγες. Τους έζησα και ως προσωπικός τους γιατρός όλα αυτά τα χρόνια, κοντά στον μισό αιώνα, που διακονώ την ιατρική επιστήμη. Έχω μπει στα σπίτια των περισσότερων. Βαθιά, χαραγμένη στη μνήμη μου πα­ραμένει η ευγένειά τους, η καθαρότητα της ψυχής τους, οι τρόποι τους, καθώς και η σχολαστική καθαριότητα των σπιτιών τους. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκαλούσαν οι προσεγμένες αυλές τους και οι κήποι τους. Στα περισσότερα προσφυγικά σπίτια υπήρχαν ανθόκηποι, λαχανόκηποι και οπωροφόρα δέντρα. Αν οι άνθρωποι αυτοί δεν έρχονταν στην περιοχή, θα ήμασταν πενήντα χρόνια, πίσω.»

Κλείνοντας θα αναφερθώ σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο διδάσκοντας την πανανθρώπινη αξία της αλληλεγγύης.

Ο Γαλατιανός Μήτσος Τραχύλης συμμετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία ως ανθυπολοχαγός στο 5/42 σύνταγμα Ευζώνων κοντά στον Νικόλαο Πλαστήρα. Κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου της Μικρασιατικής εκστρατείας βρέθηκε κυνηγημένος και ολομόναχος σε ένα βουνό στα βάθη της Τουρκίας. Τυχαία συνάντησε έναν βοσκό, τον Έλληνα Αγγελή Αποστόλου και του ζήτησε βοήθεια για να σωθεί. Ο Αγγελής, ρισκάροντας τη ζωή του, αποφάσισε να τον βοηθήσει. Συγκεκριμένα,  έσκαψε και έθαψε το όπλο και την στολή του Έλληνα αξιωματικού, του έδωσε μια κάπα και τον έστειλε να φυλάει το κοπάδι του. Έτσι σώθηκε ο Μήτσος Τραχύλης από τους Τσέτες που τον κυνηγούσαν. Δυο χρόνια αργότερα πέρασε στη Χίο και μετά στην Αθήνα όπου ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας τον έκανε επιτελάρχη του. Εκεί κάθισε λίγα χρόνια και μετά εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Γαλατά. Στον Γαλατά όμως είχε εγκατασταθεί και η κυνηγημένη από την Μικρά Ασία οικογένεια των Αγγελαίων ως πρόσφυγες.

Κάποια μέρα ο Αγγελής Αποστόλου πήγαινε με το κάρο του στον «Χαλιά» του Γαλατά για δουλειά. Στη διαδρομή συναντήθηκε τυχαία με τον Μήτσο Τραχύλη. Κοντοστάθηκε, αλλά δεν ήταν σίγουρος… Ο Τραχύλης όμως τον αναγνώρισε. Αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν  σαν μικρά παιδιά. Η μοίρα τους έπαιξε ένα απίθανο παιχνίδι. Έκτοτε ο Τραχύλης με το κύρος του πρόθυμα ανταποκρινόταν σε όποια βοήθεια ζητούσαν οι πρόσφυγες!

Θέλω να τονίσω ότι ο συγγραφέας, όπως οφείλει να κάνει κάθε ιστορικός ερευνητής, καταγράφει χωρίς υπεκφυγές όλα τα προβλήματα και τις σκιές που δημιουργήθηκαν τον πρώτο καιρό μεταξύ των ντόπιων και των προσφύγων. Με την πείρα του, τη βοήθεια της χρονικής απόστασης και τη σοφία του ζυγίζει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα με την εγκατάσταση των προσφύγων στον Γαλατά και βάζει τα πράγματα στη σωστή θέση τους.

Η μνήμη δεν πρέπει να σβήνει. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και η μελέτη της μας διδάσκει πώς να αποφεύγουμε τα λάθη του παρελθόντος προκειμένου να προχωράμε μπροστά ενωμένοι και αγαπημένοι με αισιοδοξία και ελπίδα για το μέλλον.

Πιστεύω ότι ο συγγραφέας κατάφερε να παραδώσει στην Τοπική Βιβλιογραφία ένα πλήρες βιβλίο που θα είναι πηγή αναφοράς για τον τόπο του.

Τέλος, γνωρίζοντας αρκετά χρόνια τον δάσκαλο Κώστα Σακαρέλο μπορώ να διαβεβαιώσω ότι υπήρξε ο ιδανικός δάσκαλος που θα θέλαμε να συναντήσουν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας στο Δημοτικό Σχολείο.

Γιάννης Χαλάτσης

Ναύπακτος 25/6/2024